ποίηση

isidor 10s

Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου

Κώστας Βάρναλης (1884-1974)

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι,
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ’ αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια,
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ’ αχαμνά!

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ’ έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.                  20

Kαι ζεβγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ’ αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ’ “όλα για όλα”
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ’ αφέντη το φαΐ.

Kαι γι’ αφτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη                        30
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλ’ εμένα σε μια σφήνα
μ’ έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ’ έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
― Σε καβάλησε ο Xριστός!                  40

Δούλεβε για να στουμπώσει
όλ’ η Xώρα κ’ οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!

― Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!… Πεινώ!…
― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!

K’ έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,                  50
θα ξεκουραστώ κ’ εγώ,
του θεού τ’ αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν’ η ζωή),                  60

η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ’ Aβράμη,
τ’ άσπρα, τ’ αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!…

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:            70
-“Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ’ την αδικιά τ’ αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!…”
Mα με την κουβέντ’ αφτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί.                  80

Tότενες το μάβρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:

― “Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κ’ οι ραγιάδες απ’ τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου                  90
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λεφτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου –
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ’ αφεντικό.

Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.                  100

Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κ’ έχ’ η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ’ άλλη θάλασσ’, άλλη γη”.

(από τα Ποιητικά, του Κώστα Βάρναλη, Kέδρος 1956)

 

 

Ένας γάιδαρος

Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940)

 

Στο λιβάδι ξεχασμένος

  ένας γάιδαρος βοσκούσε·

τίποτ’ άλλο δε ζητούσε

  ο καημένος.

Το χορτάρι του μασούσε

  κι ήταν τρισευτυχισμένος

και το ξύλο λησμονούσε

  ο καημένος.

Και την τύχη ευχαριστούσε,

  που δεν ήταν φορτωμένος,

και τα δυο του αυτιά κουνούσε

  ο καημένος.

Τους εχθρούς του συχωρούσε

  κι ήτανε συχωρεμένος,

και τον κόσμον αγαπούσε

  ο καημένος.

Το Θεό παρακαλούσε

  για να μείνει εκεί δεμένος

και να βόσκει όσο θα ζούσε

  ο καημένος.

Ελεγείο για την εξαφάνιση του γαϊδάρου ως είδος

Ρήγας Καππάτος (1934 )

 

Σε άλλους καιρούς, τα Σάββατα,

εύκολα μέτραες εκατό γαϊδούρια απ’ το χωριό μου,

το μεγαλύτερο της Κεφαλλονιάς, στο Αργοστόλι, πλάι στη γέφυρα

από την από δω μεριά του καφενείου του Αριστοφάνη.

 

Εκεί μασούλααν το σανό τους περιμένοντας

τον κύριό τους να γυρίσει με τα ψώνια∙

για να τα μεταφέρουν στο χωριό, μαζί κι εκείνον, γιατί όχι

ακόμα κι αν τα χτύπαγαν, αφού πολλοί ήταν σκληροί μαζί τους.

Ακόμα κι έτσι, όμως, τον καλωσόριζαν

μ΄ ένα ελαφρύ ογκάνισμα και τη ματιά υγρή απ’ την προσμονή,

γεμάτη πραότητα και καλοσύνη

από τα μύχια του στωικού εαυτού τους με την παροιμιώδη υπομονή:

να επιστρέψουν στο χωριό μια ώρα αρχύτερα,

να τα ξεσαμαρώσουν και να ξεκουραστούν κι εκείνα

στον ίσκιο κάποιου δέντρου, αν ήταν καλοκαίρι,

ή στη θαλπωρή του αχερώνα τους, αν ήτανε χειμώνας.

 

Τώρα, στερνά, μαθαίνω

πέθανε στο χωριό μου κι ο τελευταίος ειρηνικός εκπρόσωπος του είδους.

Δεν θα ακουστεί πια το εγερτήριο γκάρισμά τους

όταν μαζί με τα κοκόρια αποτελούσε

έναν δικό τους χορωδιακό μεμνώνιον ύμνο

στον ήλιο, καλωσορίζοντας τη μέρα.

 

Ούτε η σκληρή δουλειά ούτε και η σκληρότητα του ανθρώπου

μπόρεσαν να ξεκληρίσουν τη στωική παρουσία τους μέσα στη φύση.

Αυτό το κατόρθωσε η πρόοδος. Τι θλίψη.

 

(Νοέμβρης 2016)